ΒΙΟΛΟΓΙΑ & ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ
 
Ο Λήθαργος Του Δένδρου

Τη χειμερινή περίοδο το υπέργειο μέρος του δένδρου (οφθαλμοί, βλαστοί, κλάδοι, κορμός) διακόπτει όλες τις αυξητικές διεργασίες και ληθαργεί μέχρι που οι εαρινές θερμοκρασίες αποβούν πάλι ευνοϊκές.

Ο λήθαργος είναι μια σειρά βιοχημικών διεργασιών σταδιακής ενεργοποίησης και παραγωγής ρυθμιστών ανάσχεσης της βλάστησης (αμπσισικό οξύ, κ.α.) και απενεργοποίησης των ρυθμιστών αύξησης. Το ερέθισμα για την παραγωγή αμπσισικού οξέος, που είναι ο κυριότερος παράγοντας του λήθαργου, δίνεται από τις συνεχείς υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού και η διαδικασία επιταχύνεται από τυχόν έλλειψη υγρασίας. Με τη σταδιακή παραγωγή αμπσισικού οξέος επιβραδύνεται προοδευτικά η επάκρια αύξηση φύλλων και βλαστών. Ο λήθαργος ολοκληρώνεται με την έλευση φθινοπωρινού παγετού, ο οποίος επιφέρει την πτώση των φύλλων.

Για τη διακοπή του λήθαργου είναι απαραίτητες οι χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, οι οποίες απενεργοποιούν σταδιακά το αμπσισικό οξύ.

Η επαρκής ικανοποίηση των αναγκών μιας ποικιλίας σε χαμηλές χειμερινές θερμοκρασίες είναι απαραίτητη για την καλή παραγωγικότητα της ποικιλίας. Με τα μέχρι σήμερα βιβλιογραφικά δεδομένα οι χειμερινές θερμοκρασίες (σύνολο ωρών) που είναι χαμηλότερες από 7οC θεωρούνται αποτελεσματικές για τη διακοπή του λήθαργου. Από παρατηρήσεις, έχει καταδειχθεί ότι απαιτούνται συνολικά, κατά τη χειμερινή περίοδο, 800-1000 ώρες περίπου κάτω από 7οC, για την ικανοποιητική διακοπή του λήθαργου των ποικιλιών της Καλιφόρνιας, ενώ για τις Γαλλικές ποικιλίες απαιτούνται αντίστοιχα περίπου 1200-1300 ώρες.

 
Έναρξη Bλάστησης

Έναρξη βλάστησης είναι το στάδιο που ανοίγουν τα δύο σκληρά προστατευτικά καλύμματα του οφθαλμού και εμφανίζεται το νέο φύλλωμα. Mε την έναρξη της βλάστησης μειώνεται πολύ η αντοχή των νέων βλαστικών οργάνων του δένδρου σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Ετήσια Bλάστηση

Στην καρυδιά διακρίνουμε τριών ειδών οφθαλμούς: τους ξυλοφόρους, τους μικτούς ή καρποφόρους και τους άρρενες (ίουλοι). Κατά κανόνα κάτω από τη μασχάλη του σύνθετου φύλλου, υπάρχουν δύο οφθαλμοί (διπλός οφθαλμός), ένας μεγαλύτερος που στις πλαγιόκαρπες ποικιλίες είναι καρποφόρος και ένας μικρότερος που είναι πάντα ξυλοφόρος.

 
Βιολογία Του Άνθους

Η καρυδιά είναι δένδρο μόνοικο και δίκλινο, δηλαδή στο ίδιο δένδρο υπάρχουν, εντελώς χωριστά, τα θήλεα και τα άρρενα άνθη.

Α Άρρενα Άνθη

Πολλά άρρενα άνθη περικλείονται σε ένα ανθοφόρο οφθαλμό, που ονομάζεται ίουλος εξ αιτίας του σχήματός του κατά την περίοδο της ανθοφορίας. Οι ίουλοι εμφανίζονται στη βάση των βλαστών του προηγουμένου έτους. Ο ίουλος αποτελείται από ένα επιμήκη ανθικό άξονα που φέρει 100-160 απλά άνθη. Ανάλογα με την ποικιλία περίπου 1-2 εβδομάδες μετά την έναρξη της βλάστησης ο ίουλος αρχίζει την ανθοφορία του. Οι ανθήρες διασκορπίζουν τη γύρη στην ατμόσφαιρα και στη συνέχεια μαυρίζουν, ξηραίνονται και αποπίπτουν από το δένδρο.

Β Θήλεα Άνθη

Τα θήλεα άνθη φέρονται σε ταξιανθίες ανά 2-4 στις καλλιεργούμενες ποικιλίες ή και περισσότερα σε καρυδιές που ανθοφορούν σε βότρεις. Η διαφοροποίηση των οφθαλμών που θα δώσουν θήλεα άνθη αρχίζει περίπου 75 ημέρες μετά την έναρξη βλάστησης της κάθε ποικιλίας. Κατά τη διάρκεια του λήθαργου κάθε εξέλιξη στο θηλυκό άνθος διακόπτεται και συνεχίζεται δύο περίπου εβδομάδες πριν την έναρξη βλάστησης και ολοκληρώνεται με την εμφάνιση του δισχιδούς στίγματος. Όταν εξωτερικά τα 2 μέρη του στίγματος του άνθους σχηματίσουν μεταξύ τους γωνία περίπου 45 μοιρών έχουμε έναρξη ανθοφορίας και το άνθος είναι υποδεκτικό για επικονίαση.

Γ Διάρκεια Ανθοφορίας και Διχογαμία

Σε μέσους όρους η διάρκεια ανθοφορίας των θηλέων ανθέων ενός δένδρου μιας ποικιλίας καρυδιάς είναι 10-12 ημέρες και των ιούλων 8-10 ημέρες. Συνήθως στις ποικιλίες καρυδιάς παρατηρείται το φαινόμενο της διχογαμίας, δηλαδή της ετεροχρονισμένης ανθοφορίας των αρρένων από την ανθοφορία των θηλέων ανθέων. Εάν προηγείται η ανθοφορία των αρρένων ανθέων η ποικιλία χαρακτηρίζεται σαν «πρώτανδρη». Όταν προηγείται η ανθοφορία των θηλέων, η ποικιλία χαρακτηρίζεται σαν «πρωτόγυνη». Εάν οι ανθοφορίες αρρένων και θηλέων σε μια ποικιλία συμπίπτουν τότε αυτή χαρακτηρίζεται σαν «ομόγαμη».

Δ Επικονίαση και Γονιμοποίηση

Από τη στιγμή που η γύρη απελευθερώνεται, από τους ανθήρες στον αέρα, έχει ζωή 2-4 ημερών, ανάλογα με την υγρασία του αέρα, γιατί η περιεκτικότητά της σε νερό είναι πολύ μικρή και ξηραίνεται εύκολα. Όταν ο γυρεόκοκκος έλθει σε επαφή με το στίγμα, ενυδατώνεται, βλαστάνει και σχηματίζει ένα γυρεοσωλήνα που κατευθύνεται προς το ωάριο που περιέχεται στον εμβρυόσακκο. Συνήθως απαιτούνται 3-4 ημέρες από την επικονίαση μέχρι τη γονιμοποίηση.

 
Εξέλιξη και Ωρίμανση του Νεαρού Καρπού

Οι πρώτες κυτταροδιαιρέσεις του εμβρύου αρχίζουν 10-14 ημέρες μετά τη γονιμοποίηση. Πενήντα ημέρες μετά τη γονιμοποίηση το έμβρυο έχει διάμετρο μόλις 4-6 mm. Αντίθετα με την αργή εξέλιξη του εμβρύου, ο νεαρός καρπός, αυξάνεται πολύ γρήγορα σε μέγεθος από την 11η έως την 30η ημέρα. Δέκα εβδομάδες μετά το τέλος της ανθοφορίας εξωτερικά ο καρπός παίρνει το τελικό του μέγεθος.

Εννέα εβδομάδες μετά το τέλος της ανθοφορίας αρχίζει γρήγορη ανάπτυξη του εμβρύου και επιταχύνεται από την 15η εβδομάδα. Την 18η εβδομάδα από τη γονιμοποίηση ο καρπός φθάνει στο μεγαλύτερο βάρος του, ενώ από την 19η έως την 22η εβδομάδα είναι έτοιμος για συγκομιδή (σχίσιμο περικαρπίου).

 
Ακροκαρπία και Πλαγιοκαρπία

Οι ποικιλίες καρυδιάς διακρίνονται βασικά ανάλογα με τον τρόπο καρποφορίας τους σε δύο κατηγορίες, στις ακρόκαρπες και στις πλαγιόκαρπες. Οι ακρόκαρπες ποικιλίες καρποφορούν στους ετήσιους βλαστούς μόνο στον ακραίο οφθαλμό ή και στον πλησιέστερο κατώτερο του ακραίου οφθαλμό. Οι πλαγιόκαρπες ποικιλίες ανθοφορούν και καρποφορούν στους ετήσιους βλαστούς όχι μόνο στον ακραίο οφθαλμό αλλά και σε πολλούς πλευρικούς οφθαλμούς (βασιτονία).

 

Πολλαπλασιασμός
 
Μικροπολλαπλασιασμός in vitro

Είναι η σύγχρονη τεχνική που επιτρέπει την ταχύτατη παραγωγή φυτών σε ευρεία κλίμακα. Σήμερα και η καρυδιά που είναι δύσκολη περίπτωση, λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας των φυτικών της ιστών σε πολυφαινόλες, μπορεί να παραχθεί με μικροπολλαπλασιασμό ή και με μεριστωματικό πολλαπλασιασμό.

 
Εμβολιασμοί

Η φιλοσοφία του εμβολιασμού είναι να διαλέξουμε το κατάλληλο υποκείμενο πάνω στο οποίο θα εμβολιασθεί η επιθυμητή ποικιλία. Οι εμβολιασμοί διακρίνονται στους ενοφθαλμισμούς και στους εγκεντρισμούς. Οι εμβολιασμοί που επεκράτησαν στην καρυδιά είναι ο ενοφθαλμισμός με πλακίτη (ιδιαίτερα ο εαρινός με βλαστάνοντα οφθαλμό) στο φυτώριο και ο εαρινός Αγγλικός επιτόπιος εγκεντρισμός στο φυτώριο. Ο εμβολιασμός της καρυδιάς είναι πολύ πιο δύσκολος από άλλα καρποφόρα δένδρα και απαιτεί σχολαστική τήρηση ενός πρωτοκόλλου εργασιών για την προετοιμασία του φυτωρίου, των υποκειμένων, των μητρικών δένδρων εμβολιοληψίας και των εμβολιοβλαστών ή των εμβολιοοφθαλμών.

Α Ενοφθαλμισμοί

Ο πλακίτης ενοφθαλμισμός και η τεχνική του Εφαρμόζεται σε Γαλλία, ΗΠΑ, Ελλάδα, Ιταλία, με ποσοστό επιτυχίας 60-70%. Από τον εμβολιοφόρο βλαστό, με τη βοήθεια ειδικού εμβολιαστηρίου με δύο παράλληλες λάμες που απέχουν μεταξύ τους 3 cm, αποσπάται πλάκα του φλοιού με διπλό ή απλό μικρό οφθαλμό. Η πλάκα αυτή εφαρμόζεται στον κορμό διετούς υποκειμένου σε θέση που έχει αφαιρεθεί παρομοίων διαστάσεων πλάκα και σε ύψος 20-40 cm από το έδαφος. Δίνεται προσοχή ώστε οι φλοιοί εμβολίου και υποκειμένου να έχουν περίπου το ίδιο πάχος και η πλάκα να εφαρμόσει στο υποκείμενο σφικτά στο πάνω και κάτω μέρος της, ενώ στα πλαϊνά της πλάκας καλύτερα να υπάρχει ένα πολύ μικρό κενό ενός χιλιοστού για να διευκολύνει την εκροή χυμών του υποκειμένου.

  • • Εφαρμογή του πλακίτη με οφθαλμό παρελθόντος έτους (ενεργό ή βλαστάνοντα). Είναι ο κύριος τρόπος εμβολιασμού που εφαρμόζουν οι Έλληνες φυτωριούχοι. Οι οφθαλμοί των βλαστών παρελθόντος έτους έχουν υποστεί διακοπή του λήθαργου τους και είναι ικανοί να βλαστήσουν με την επίδραση ευνοϊκών θερμοκρασιών, γι’ αυτό ονομάζονται και ενεργοί ή βλαστάνοντες οφθαλμοί. Την άνοιξη από μητρικά δένδρα εκλεκτών ποικιλιών καρυδιάς λαμβάνονται καλά ανεπτυγμένοι και καλοψημένοι βλαστοί παρελθόντος έτους, όταν αρχίσει η κυκλοφορία των χυμών, ώστε να είναι δυνατή η απόσπαση της πλάκας με τον εμβολιοφθαλμό, αλλά οπωσδήποτε πριν την διόγκωση των οφθαλμών κάθε ποικιλίας και φυσικά πριν την έναρξη βλάστησής τους. Από τους βλαστούς αυτούς επιλέγονται σχολαστικά από τη βάση τους τα τμήματα βλαστών που φέρουν οφθαλμούς μικρού έως μετρίου μεγέθους και είναι στρωτοί (χωρίς καμπούρα). Οι εμβολιοφόροι αυτοί βλαστοί συσκευάζονται κατάλληλα και συντηρούνται στο ψυγείο σε θερμοκρασία 2οC έως 4οC μέχρι την ημέρα του εμβολιασμού. Όταν την άνοιξη οι νυκτερινές θερμοκρασίες σταθεροποιηθούν πάνω από 10οC εκτελείται ο εμβολιασμός στο φυτώριο σε διετή υποκείμενα.
  • • Εφαρμογή του πλακίτη με οφθαλμό του ιδίου έτους (κοιμώμενο). Οι φυτωριούχοι της Καλιφόρνιας επινόησαν και εφαρμόζουν την εξής τεχνική στα μητρικά δένδρα εμβολιοληψίας: Αργά το καλοκαίρι (Αύγουστο) διαλέγουν, από τα μητρικά φυτά εμβολιοληψίας, βλαστούς με καλή και ψημένη βλάστηση. Στους βλαστούς αυτούς αφήνουν ως έχουν τα φύλλα στο ανώτερο ένα τρίτο περίπου του μήκους κάθε βλαστού, ενώ στα κατώτερα 2/3 του βλαστού αφήνουν σε κάθε οφθαλμό μόνο ένα κομμάτι μίσχο μήκους περίπου 2,5 cm και αφαιρούν το υπόλοιπο σύνθετο φύλλο. Μετά από 2-3 εβδομάδες ο μίσχος στους υγιείς και ώριμους οφθαλμούς πέφτει. Από τη στιγμή που πέφτει ο μίσχος ο οφθαλμός έχει πέσει σε λήθαργο και είναι έτοιμος για εμβολιασμό. Στη συνέχεια εφαρμόζουν τον πλακίτη όπως ήδη έχει περιγραφεί. Ο εμβολιασμός αυτός έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να εφαρμοσθεί σε μονοετή υποκείμενα εφ’ όσον έχουν το κατάλληλο πάχος. Την άνοιξη πριν την έναρξη της βλαστικής περιόδου καρατομούν τα υποκείμενα περίπου 1,5-2 cm πάνω από τη ζώνη εμβολιασμού, ώστε να εκπτυχθούν οι εμβολιοφθαλμοί.

Β Εγκεντρισμοί

Αγγλικός εαρινός επιτόπιος εγκεντρισμός Εφαρμόζεται κυρίως σε ΗΠΑ, με σύνηθες ποσοστό επιτυχίας 70–80%. O Αγγλικός εγκεντρισμός έγκειται στη λοξή λεία τομή του εμβολιοβλαστού και τη χάραξη μιας βαθιάς σχισμής (γλώσσα), που θα γλιστρήσει σε χαραγμένη βαθιά σχισμή σε αντίστοιχη λεία λοξή τομή του υποκειμένου. Είναι προφανές ότι για να υπάρξει καλή εφαρμογή και σύμπτωση των καμβιακών ζωνών, η διάμετρος του εμβολιοβλαστού πρέπει να είναι ίση ή έστω ελαφρώς μικρότερη από τη διάμετρο του υποκειμένου στο σημείο του εγκεντρισμού. Για να είναι εφικτός ο αγγλικός εμβολιασμός η διάμετρος υποκειμένων και εμβολίων πρέπει να είναι τουλάχιστον 1cm και όχι μεγαλύτερη από 2,5 cm.

 
Πολλαπλασιαστικό Υλικό Ελαχίστων Προδιαγραφών

Όταν εγκαθιστά ένας παραγωγός ένα καρυδεώνα, επειδή πρόκειται για μια υπόθεση μακράς διάρκειας και προσπάθειας, είναι πρωταρχικό ζήτημα η εγγυημένη αυθεντικότητα της ποικιλίας, η καλή υγιεινή κατάσταση και η καλή ανάπτυξη των εμβολιασμένων δενδρυλλίων καρυδιάς. Για τους ανωτέρω λόγους ο φυτωριούχος είναι υποχρεωμένος, σύμφωνα με την ισχύουσα Ελληνική και Ευρωπαϊκή Νομοθεσία να ακολουθεί συγκεκριμένο πρωτόκολλο μέτρων και εργασιών για την παραγωγή της συγκεκριμένης κατηγορίας ποιότητας πολλαπλασιαστικού υλικού. Σύμφωνα λοιπόν με την ισχύουσα Νομοθεσία ο φυτωριούχος απαγορεύεται να διαθέτει πολλαπλασιαστικό υλικό κατώτερο από την κατηγορία C.A.C., δηλαδή υλικό ελαχίστων προδιαγραφών και στα δενδρύλλια πρέπει να υπάρχουν σχετικές ετικέτες, είτε κατά δένδρο, είτε ομαδικά (δέματα των 5 ή 10 δένδρων). Οι ελάχιστες προδιαγραφές που εγγυάται ο ίδιος ο φυτωριούχος στον παραγωγό στο υλικό C.A.C. καρυδιάς είναι:

  • • H αυθεντικότητα της ποικιλίας και τρόπος εμβολιασμού (πλακίτης, εγκεντρισμός κλπ.).
  • • Tο είδος του υποκειμένου (ο παραγωγός πρέπει να ελέγχει να είναι η Juglans regia δηλαδή η κοινή καρυδιά και όχι μαύρες καρυδιές ή υβρίδια μαύρων καρυδιών, λόγω του ιού CLRV).
  • • Ότι τα δενδρύλλια είναι απαλλαγμένα από ασθένειες καραντίνας.
  • • Η ανάπτυξη του βλαστού του εμβολίου και του ριζικού συστήματος να είναι οι προβλεπόμενες.
Ο βλαστός να φέρει αρκετούς ζωντανούς οφθαλμούς και μακροσκοπικά να είναι καθαρός, χωρίς ύποπτα μαυρίσματα και σχισμές που υποκρύπτουν προσβολές από βακτήρια. Το ριζικό σύστημα να είναι ζωντανό και μακροσκοπικά χωρίς ύποπτα εξογκώματα που υποκρύπτουν προσβολές από νηματώδεις ή ασθένειες εδάφους. Εκτός του C.A.C. υπάρχει προαιρετικά το C.A.C. “PLUS”, που ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις του υλικού C.A.C. και επί πλέον και κάποια ή κάποιες άλλες, που επιβεβαιώνονται με σχετικά πιστοποιητικά από εγκεκριμένα εργαστή- ρια, π.χ. πιστοποιητικό απαλλαγμένο από ιώσεις ή απεντόμωσης.

 

Απαιτήσεις
κλίμα

Η σημαντική γενετική παραλλακτικότητα μεταξύ των υπαρχουσών ποικιλιών καρυδιάς επιτρέπει την ευδοκίμηση της καλλιέργειάς της σε εύκρατα, σε μεσογειακά και σε υποτροπικά κλίματα.

 

Α Θερμοκρασία

Θερμοκρασίες από 23οC έως 32οC, κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου είναι οι πλέον ευνοϊκές για την ανάπτυξη της καρυδιάς. Οι υψηλές θερινές θερμοκρασίες άνω των 42οC σε συνδυασμό με την ηλιακή ακτινοβολία, προκαλούν εγκαύματα στο περικάρπιο των καρπών και συρρίκνωση έως καταστροφή της ψίχας. Όσον αφορά το ανοικτό χρώμα της ψίχας, οι θερινές θερμοκρασίες μέχρι 38οC είναι ανεκτές από όλες τις γνωστές ποικιλίες, ενώ σε 40-42οC αρχίζουν προβλήματα με παραγωγή ενός σημαντικού ποσοστού σκουρόχρωμης ψίχας σε αρκετές ποικιλίες, όπως η Vina και η Pedro. Αν οι θερινές θερμοκρασίες ξεπερνούν αρκετές φορές και για πολλές ημέρες τους 43οC καλύτερα να μην καλλιεργηθεί καρυδιά γιατί θα υπάρχουν μεγάλα ποσοστά σκουρόχρωμης ψίχας και ηλιοκαύματα καρπών. Σύμφωνα με παρατηρήσεις μας από τις καλλιεργούμενες πλαγιόκαρπες ποικιλίες πιο ανθεκτικές στην επίδραση των υψηλών θερινών θερμοκρασιών, όσον αφορά στο ανοικτό χρώμα της ψίχας, είναι η Chandler, η Ιόλη, η Serr και η Fernor.

Β Ατμοσφαιρική Υγρασία

Η αυξημένη ατμοσφαιρική υγρασία (μεγαλύτερη του 80%), κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου, ευνοεί την ανάπτυξη μυκητολογικών ασθενειών, ενώ ο συνδυασμός υψηλής ατμοσφαιρικής υγρασίας και υψηλής θερμοκρασίας ευνοεί προσβολές από βακτήρια. Ιδιαίτερα επιζήμια μπορεί να αποβεί η υψηλή ατμοσφαιρική υγρασία κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας γιατί ευνοεί τις προσβολές των ανθέων από το βακτήριο Xantomonas juglandis.

Γ Άνεμοι

Οι ισχυροί άνεμοι μπορεί να προκαλέσουν τη θραύση βλαστών και κλάδων και μπορεί να είναι καταστροφικοί σε νεαρά δένδρα.

Δ Βροχοπτώσεις

Οι επαρκείς βροχοπτώσεις είναι πολύ σημαντικές γιατί η καρυδιά έχει αυξημένες απαιτήσεις σε εδαφική υγρασία κατά τη διάρκεια της βλαστικής περιόδου. Οι παρατεταμένες εαρινές βροχοπτώσεις μετά τη βλάστηση είναι επιζήμιες γιατί ευνοούν τη μεταφορά του βακτηρίου Xantomonas juglandis στο φύλλωμα, στα άνθη και στους νεαρούς καρπούς.

Ε Ηλιοφάνεια

Η καρυδιά είναι δένδρο ιδιαίτερα απαιτητικό σε ηλιοφάνεια. Εσωτερικοί κλάδοι που δεν φωτίζονται επαρκώς ατροφούν και ξηραίνονται.

 
Έδαφος

Η καρυδιά αναπτύσσεται σε μεγάλη ποικιλία εδαφών από τα αμμοπηλώδη έως τα αργιλώδη και σε οξύτητα (pΗ) από 5,0 έως 8,2. Προτιμά πάντως ασβεστολιθικά εδάφη με pΗ από 7,2 έως 7,6. Αποκτά βαθύ και πλούσιο ριζικό σύστημα, γι’ αυτό προτιμά έδαφος βαθύ, καλά αποστραγγιζόμενο, κατά προτίμηση πηλοαργιλώδες, ασβεστούχο και ελαφρώς αλκαλικό. Είναι ευαίσθητη σε υψηλές συγκεντρώσεις Νατρίου (Na), Χλωρίου (Cl), και Βορίου (B). Καταλληλότερες περιοχές κρίνονται οι δροσερές παραποτάμιες, οι πρόποδες λόφων και οροπέδια, πάντα με την προϋπόθεση ότι οι περιοχές δεν είναι θύλακες υγρασίας.

 
Νερό

Η καρυδιά είναι απαιτητική σε εδαφική υγρασία και στις κλιματικές συνθήκες της χώρας μας, για να είναι αποδοτική η καλλιέργειά της, τους θερινούς μήνες είναι απαραίτητη η άρδευση και μάλιστα με νερό καλής ποιότητας. Η έλλειψη νερού μειώνει την παραγωγή και την ποιότητα των καρπών, γιατί επιδρά άμεσα στο μέγεθος καρπού, στο βάρος καρπού, στο ποσοστό και στο χρώμα της ψίχας.

 

Υποκείμενα
 
Εγγενή υποκείμενα της κοινής καρυδιάς

Είναι τα υποκείμενα που προέρχονται από σπόρους της κοινής καρυδιάς και χρησιμοποιούνται περισσότερο σ’ όλες τις χώρες που καλλιεργείται η καρυδιά, λόγω της ανεκτικότητάς της στον ιό Cherry leaf roll. Στην Ελλάδα οι φυτωριούχοι χρησιμοποιούν για υποκείμενα καρύδια από επιλεγμένα δένδρα ζωηρής βλάστησης.

Στο Σταθμό Γεωργικής Έρευνας Βαρδατών (ΣΓΕΒ) διατίθενται στους φυτωριούχους εμβόλια για τη δημιουργία μητρικών δένδρων υποκειμένων της πρώιμης Ελληνικής επιλογής FM-16 και της όψιμης Γαλλικής ποικιλίας Lozeronne. Τα καρύδια της FM-16 έχουν μέσο βάρος 12- 13g, παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό φυτρώματος και δίνουν φυτά αρκετά ομοιόμορφα, με ζωηρή δύναμη βλάστησης και πρώιμη έναρξη βλάστησης. Τα καρύδια της Lozeronne έχουν μέσο βάρος 9-10 g, παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό φυτρώματος και δίνουν φυτά ομοιόμορφα με ζωηρή δύναμη βλάστησης και με όψιμη έναρξη βλάστησης.

 
Αγενή υποκείμενα της κοινής καρυδιάς

Παλαιότερα τα αγενή υποκείμενα πολλαπλασιαζόταν με έριζες παραφυάδες, ενώ σήμερα έχει επικρατήσει ο μικροπολλαπλασιασμός και σαν υλικό χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά επιλογές με πολύ καλή έως πολύ ζωηρή βλάστηση της κοινής καρυδιάς, λόγω της ανεκτικότητάς της στον ιό Cherry leaf roll. Οι Γάλλοι αξιολόγησαν ζωηρής και πολύ ζωηρής βλάστησης επιλογές καρυδιάς (Juglans regia L.), για υποκείμενα πλαγιοκάρπων ποικιλιών. Από τις αξιολογηθείσες ζωηρές επιλογές παράγουν με μικροπολλαπλασιασμό και διαθέτουν τα υποκείμενα Liba (RG2), Noba (RG12) και Chereva (RG15).

Αγορά Φυτών Καρυδιάς

Βιντεοπαρουσίαση Καρυδιάς

  • 69 370 48 377

  • 24 920 41 589

  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

  • Αργυροπούλι, 40100 Τύρναβος